γλυκοσαλιάζω
•
- ποθώ πολύ κάτι, μου τρέχουν τα σάλια γι’ αυτό Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηερωτοτροπώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκοσαλιάζω < γλυκο- + σαλιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυκοσαλιάζω | γλυκοσαλιάζεις | γλυκοσαλιάζει | γλυκοσαλιάζουμε | γλυκοσαλιάζετε | γλυκοσαλιάζουν / γλυκοσαλιάζουνε |
| Παρατατικός | γλυκοσάλιαζα | γλυκοσάλιαζες | γλυκοσάλιαζε | γλυκοσαλιάζαμε | γλυκοσαλιάζατε | γλυκοσάλιαζαν / γλυκοσαλιάζαν / γλυκοσαλιάζανε |
| Αόριστος | γλυκοσάλιασα | γλυκοσάλιασες | γλυκοσάλιασε | γλυκοσαλιάσαμε | γλυκοσαλιάσατε | γλυκοσάλιασαν / γλυκοσαλιάσαν / γλυκοσαλιάσανε |
| Μέλλοντας | θα γλυκοσαλιάζω / θα γλυκοσαλιάσω | θα γλυκοσαλιάζεις / θα γλυκοσαλιάσεις | θα γλυκοσαλιάζει / θα γλυκοσαλιάσει | θα γλυκοσαλιάζουμε / θα γλυκοσαλιάσουμε | θα γλυκοσαλιάζετε / θα γλυκοσαλιάσετε | θα γλυκοσαλιάζουν / θα γλυκοσαλιάζουνε / θα γλυκοσαλιάσουν / θα γλυκοσαλιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυκοσαλιάσει | έχεις γλυκοσαλιάσει | έχει γλυκοσαλιάσει | έχουμε γλυκοσαλιάσει | έχετε γλυκοσαλιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυκοσαλιάσει | είχες γλυκοσαλιάσει | είχε γλυκοσαλιάσει | είχαμε γλυκοσαλιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζω / να γλυκοσαλιάσω | να έχεις γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζεις / να γλυκοσαλιάσεις | να έχει γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζει / να γλυκοσαλιάσει | να έχουμε γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζουμε / να γλυκοσαλιάσουμε | να έχετε γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζετε / να γλυκοσαλιάσετε | να γλυκοσαλιάζουν / να γλυκοσαλιάζουνε / να γλυκοσαλιάσουν / να γλυκοσαλιάσουνε |
| Προστακτική | — | γλυκοσάλιαζε / γλυκοσάλιασε | — | — | γλυκοσαλιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γλυκοσαλιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →