Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυκοσαλιάζω

ρήμα
•
  1. ποθώ πολύ κάτι, μου τρέχουν τα σάλια γι’ αυτό Βικιλεξικό
  2. κατ’ επέκτασηερωτοτροπώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλυκοσαλιάζω < γλυκο- + σαλιάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγλυκοσαλιάζωγλυκοσαλιάζειςγλυκοσαλιάζειγλυκοσαλιάζουμεγλυκοσαλιάζετεγλυκοσαλιάζουν / γλυκοσαλιάζουνε
Παρατατικόςγλυκοσάλιαζαγλυκοσάλιαζεςγλυκοσάλιαζεγλυκοσαλιάζαμεγλυκοσαλιάζατεγλυκοσάλιαζαν / γλυκοσαλιάζαν / γλυκοσαλιάζανε
Αόριστοςγλυκοσάλιασαγλυκοσάλιασεςγλυκοσάλιασεγλυκοσαλιάσαμεγλυκοσαλιάσατεγλυκοσάλιασαν / γλυκοσαλιάσαν / γλυκοσαλιάσανε
Μέλλονταςθα γλυκοσαλιάζω / θα γλυκοσαλιάσωθα γλυκοσαλιάζεις / θα γλυκοσαλιάσειςθα γλυκοσαλιάζει / θα γλυκοσαλιάσειθα γλυκοσαλιάζουμε / θα γλυκοσαλιάσουμεθα γλυκοσαλιάζετε / θα γλυκοσαλιάσετεθα γλυκοσαλιάζουν / θα γλυκοσαλιάζουνε / θα γλυκοσαλιάσουν / θα γλυκοσαλιάσουνε
Παρακείμενοςέχω γλυκοσαλιάσειέχεις γλυκοσαλιάσειέχει γλυκοσαλιάσειέχουμε γλυκοσαλιάσειέχετε γλυκοσαλιάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γλυκοσαλιάσειείχες γλυκοσαλιάσειείχε γλυκοσαλιάσειείχαμε γλυκοσαλιάσει——
Υποτακτικήνα έχω γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζω / να γλυκοσαλιάσωνα έχεις γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζεις / να γλυκοσαλιάσειςνα έχει γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζει / να γλυκοσαλιάσεινα έχουμε γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζουμε / να γλυκοσαλιάσουμενα έχετε γλυκοσαλιάσει / να γλυκοσαλιάζετε / να γλυκοσαλιάσετενα γλυκοσαλιάζουν / να γλυκοσαλιάζουνε / να γλυκοσαλιάσουν / να γλυκοσαλιάσουνε
Προστακτική—γλυκοσάλιαζε / γλυκοσάλιασε——γλυκοσαλιάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

γλυκοσαλιάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →