γλυκοτιτιβίζω
•
- τιτιβίζω γλυκά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυκοτιτιβίζω < γλυκο- + τιτιβίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυκοτιτιβίζω | γλυκοτιτιβίζεις | γλυκοτιτιβίζει | γλυκοτιτιβίζουμε | γλυκοτιτιβίζετε | γλυκοτιτιβίζουν / γλυκοτιτιβίζουνε |
| Παρατατικός | γλυκοτιτίβιζα | γλυκοτιτίβιζες | γλυκοτιτίβιζε | γλυκοτιτιβίζαμε | γλυκοτιτιβίζατε | γλυκοτιτίβιζαν / γλυκοτιτιβίζαν / γλυκοτιτιβίζανε |
| Αόριστος | γλυκοτιτίβισα | γλυκοτιτίβισες | γλυκοτιτίβισε | γλυκοτιτιβίσαμε | γλυκοτιτιβίσατε | γλυκοτιτίβισαν / γλυκοτιτιβίσαν / γλυκοτιτιβίσανε |
| Μέλλοντας | θα γλυκοτιτιβίζω / θα γλυκοτιτιβίσω | θα γλυκοτιτιβίζεις / θα γλυκοτιτιβίσεις | θα γλυκοτιτιβίζει / θα γλυκοτιτιβίσει | θα γλυκοτιτιβίζουμε / θα γλυκοτιτιβίσουμε | θα γλυκοτιτιβίζετε / θα γλυκοτιτιβίσετε | θα γλυκοτιτιβίζουν / θα γλυκοτιτιβίζουνε / θα γλυκοτιτιβίσουν / θα γλυκοτιτιβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυκοτιτιβίσει | έχεις γλυκοτιτιβίσει | έχει γλυκοτιτιβίσει | έχουμε γλυκοτιτιβίσει | έχετε γλυκοτιτιβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυκοτιτιβίσει | είχες γλυκοτιτιβίσει | είχε γλυκοτιτιβίσει | είχαμε γλυκοτιτιβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυκοτιτιβίσει / να γλυκοτιτιβίζω / να γλυκοτιτιβίσω | να έχεις γλυκοτιτιβίσει / να γλυκοτιτιβίζεις / να γλυκοτιτιβίσεις | να έχει γλυκοτιτιβίσει / να γλυκοτιτιβίζει / να γλυκοτιτιβίσει | να έχουμε γλυκοτιτιβίσει / να γλυκοτιτιβίζουμε / να γλυκοτιτιβίσουμε | να έχετε γλυκοτιτιβίσει / να γλυκοτιτιβίζετε / να γλυκοτιτιβίσετε | να γλυκοτιτιβίζουν / να γλυκοτιτιβίζουνε / να γλυκοτιτιβίσουν / να γλυκοτιτιβίσουνε |
| Προστακτική | — | γλυκοτιτίβιζε / γλυκοτιτίβισε | — | — | γλυκοτιτιβίζετε / γλυκοτιτιβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →