Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυκούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. χαϊδευτικόγια κάποιον Βικιλεξικό
    • Τι γλυκούλης που είναι ο γιος της Μαρίας!
  2. κάπως θελκτικός Βικιλεξικό
    • Δεν ξετρελάθηκα με αυτόν που μου κουβάλησε η Μαρία. Ούτε ωραίος, ούτε σέξι, ε, γλυκούλης θα έλεγα, όμως αυτό δεν φτάνει,ε;

Ετυμολογία

γλυκούλης < γλυκ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλυκούληςγλυκούλαγλυκούλικο / γλυκούλο
Γενικήγλυκούληγλυκούλαςγλυκούλικου
Αιτιατικήγλυκούληγλυκούλαγλυκούλικο
Κλητικήγλυκούληγλυκούλαγλυκούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγλυκούληδεςγλυκούλεςγλυκούλικα
Γενικήγλυκούληδων—γλυκούλικων
Αιτιατικήγλυκούληδεςγλυκούλεςγλυκούλικα
Κλητικήγλυκούληδεςγλυκούλεςγλυκούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →