γλυκούλης
•
- χαϊδευτικόγια κάποιον Βικιλεξικό
- Τι γλυκούλης που είναι ο γιος της Μαρίας!
- κάπως θελκτικός Βικιλεξικό
- Δεν ξετρελάθηκα με αυτόν που μου κουβάλησε η Μαρία. Ούτε ωραίος, ούτε σέξι, ε, γλυκούλης θα έλεγα, όμως αυτό δεν φτάνει,ε;
Ετυμολογία
γλυκούλης < γλυκ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκούλης | γλυκούλα | γλυκούλικο / γλυκούλο |
| Γενική | γλυκούλη | γλυκούλας | γλυκούλικου |
| Αιτιατική | γλυκούλη | γλυκούλα | γλυκούλικο |
| Κλητική | γλυκούλη | γλυκούλα | γλυκούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γλυκούληδες | γλυκούλες | γλυκούλικα |
| Γενική | γλυκούληδων | — | γλυκούλικων |
| Αιτιατική | γλυκούληδες | γλυκούλες | γλυκούλικα |
| Κλητική | γλυκούληδες | γλυκούλες | γλυκούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →