Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυσίνα

/ɣliˈsi.na/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φυτόείδος αναρριχώμενου φυτού με μοβ άνθη, (επιστημονική ονομασία: Wisteria sinensis) Βικιλεξικό
    • Την άνοιξη τα ροζ-μοβ λουλούδια της κουτσουπιάς, σε συνδυασμό με τα μενεξεδιά άνθη της γλυσίνας και τα κοκκινόασπρα κεράκια στις καστανιές, καθιστούν τον Βόσπορο ανυπέρβλητα όμορφο. (Freely, John, (μτφ. Έλλη Έμκε) (2014), Κωνσταντινούπολη: Η ιστορία της αυτοκρατορικής πόλης. Αθήνα: Μίνωας, σελ. 23)
    • Ένα απαλό χεράκι μου χαϊδεύει το μέτωπο. Γιαγιά, ξύπνα, βλέπεις εφιάλτη. Ανοίγω τα μάτια. Από πάνω στέκεται ο εγγονός μου. – Σου έφερα την εφημερίδα. Ανοίγω τα μάτια. Με πήρε, φαίνεται, ο ύπνος κάτω από τη γλυσίνα. […] Κοιτάζω γύρω. Στην άλλη άκρη, κάτω από τη γλυσίνα που ξαναζωντάνεψε όλα αυτά τα χρόνια, στην αυλή του σπιτιού μας στις Μηλιές στο Πήλιο, ένα όμορφο κορίτσι με ξανθά σγουρά μαλλιά και πράσινα μάτια γράφει στον υπολογιστή.

Ετυμολογία

γλυσίνα < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική glycine < νεολατινική glycina < αρχαία ελληνική γλυκύς

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλυσίναγλυσίνες
Γενικήγλυσίνας—
Αιτιατικήγλυσίναγλυσίνες
Κλητικήγλυσίναγλυσίνες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →