γλυτώνω
•
- ετυμολογική γραφή του γλιτώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυτώνω → και δείτε τη λέξη γλιτώνω. Ετυμολογική γραφή του γλιτώνω χωρίς ορθογραφική απλοποίηση.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυτώνω | γλυτώνεις | γλυτώνει | γλυτώνουμε | γλυτώνετε | γλυτώνουν / γλυτώνουνε |
| Παρατατικός | γλύτωνα | γλύτωνες | γλύτωνε | γλυτώναμε | γλυτώνατε | γλυτώναν / γλυτώνανε / γλύτωναν |
| Αόριστος | γλύτωσα | γλύτωσες | γλύτωσε | γλυτώσαμε | γλυτώσατε | γλυτώσαν / γλυτώσανε / γλύτωσαν |
| Μέλλοντας | θα γλυτώνω / θα γλυτώσω | θα γλυτώνεις / θα γλυτώσεις | θα γλυτώνει / θα γλυτώσει | θα γλυτώνουμε / θα γλυτώσουμε | θα γλυτώνετε / θα γλυτώσετε | θα γλυτώνουν / θα γλυτώνουνε / θα γλυτώσουν / θα γλυτώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυτώσει | έχεις γλυτώσει | έχει γλυτώσει | έχουμε γλυτώσει | έχετε γλυτώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυτώσει | είχες γλυτώσει | είχε γλυτώσει | είχαμε γλυτώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυτώσει / να γλυτώνω / να γλυτώσω | να έχεις γλυτώσει / να γλυτώνεις / να γλυτώσεις | να έχει γλυτώσει / να γλυτώνει / να γλυτώσει | να έχουμε γλυτώσει / να γλυτώνουμε / να γλυτώσουμε | να έχετε γλυτώσει / να γλυτώνετε / να γλυτώσετε | να γλυτώνουν / να γλυτώνουνε / να γλυτώσουν / να γλυτώσουνε |
| Προστακτική | — | γλύτωνε / γλύτωσε | — | — | γλυτώνετε / γλυτώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →