Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλυτώνω

/ɣliˈto.no/ρήμα
•
  1. ετυμολογική γραφή του γλιτώνω Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλυτώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γλυτώνω → και δείτε τη λέξη γλιτώνω. Ετυμολογική γραφή του γλιτώνω χωρίς ορθογραφική απλοποίηση.

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγλυτώνωγλυτώνειςγλυτώνειγλυτώνουμεγλυτώνετεγλυτώνουν / γλυτώνουνε
Παρατατικόςγλύτωναγλύτωνεςγλύτωνεγλυτώναμεγλυτώνατεγλυτώναν / γλυτώνανε / γλύτωναν
Αόριστοςγλύτωσαγλύτωσεςγλύτωσεγλυτώσαμεγλυτώσατεγλυτώσαν / γλυτώσανε / γλύτωσαν
Μέλλονταςθα γλυτώνω / θα γλυτώσωθα γλυτώνεις / θα γλυτώσειςθα γλυτώνει / θα γλυτώσειθα γλυτώνουμε / θα γλυτώσουμεθα γλυτώνετε / θα γλυτώσετεθα γλυτώνουν / θα γλυτώνουνε / θα γλυτώσουν / θα γλυτώσουνε
Παρακείμενοςέχω γλυτώσειέχεις γλυτώσειέχει γλυτώσειέχουμε γλυτώσειέχετε γλυτώσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γλυτώσειείχες γλυτώσειείχε γλυτώσειείχαμε γλυτώσει——
Υποτακτικήνα έχω γλυτώσει / να γλυτώνω / να γλυτώσωνα έχεις γλυτώσει / να γλυτώνεις / να γλυτώσειςνα έχει γλυτώσει / να γλυτώνει / να γλυτώσεινα έχουμε γλυτώσει / να γλυτώνουμε / να γλυτώσουμενα έχετε γλυτώσει / να γλυτώνετε / να γλυτώσετενα γλυτώνουν / να γλυτώνουνε / να γλυτώσουν / να γλυτώσουνε
Προστακτική—γλύτωνε / γλύτωσε——γλυτώνετε / γλυτώστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →