γλυφαίνω
•
- γίνομαι ή είμαι γλυφός Βικιλεξικό
- κάνω κάτι άλλο γλυφό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλυφαίνω < γλυφός + -αίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γλυφαίνω | γλυφαίνεις | γλυφαίνει | γλυφαίνουμε | γλυφαίνετε | γλυφαίνουν / γλυφαίνουνε |
| Παρατατικός | γλύφαινα | γλύφαινες | γλύφαινε | γλυφαίναμε | γλυφαίνατε | γλυφαίναν / γλυφαίνανε / γλύφαιναν |
| Αόριστος | γλύφανα | γλύφανες | γλύφανε | γλυφάναμε | γλυφάνατε | γλυφάναν / γλυφάνανε / γλύφαναν |
| Μέλλοντας | θα γλυφάνω / θα γλυφαίνω | θα γλυφάνεις / θα γλυφαίνεις | θα γλυφάνει / θα γλυφαίνει | θα γλυφάνουμε / θα γλυφαίνουμε | θα γλυφάνετε / θα γλυφαίνετε | θα γλυφάνουν / θα γλυφάνουνε / θα γλυφαίνουν / θα γλυφαίνουνε |
| Παρακείμενος | έχω γλυφάνει | έχεις γλυφάνει | έχει γλυφάνει | έχουμε γλυφάνει | έχετε γλυφάνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γλυφάνει | είχες γλυφάνει | είχε γλυφάνει | είχαμε γλυφάνει | είχατε γλυφάνει | — |
| Υποτακτική | να έχω γλυφάνει / να γλυφάνω / να γλυφαίνω | να έχεις γλυφάνει / να γλυφάνεις / να γλυφαίνεις | να έχει γλυφάνει / να γλυφάνει / να γλυφαίνει | να έχουμε γλυφάνει / να γλυφάνουμε / να γλυφαίνουμε | να έχετε γλυφάνει / να γλυφάνετε / να γλυφαίνετε | να γλυφάνουν / να γλυφάνουνε / να γλυφαίνουν / να γλυφαίνουνε |
| Προστακτική | — | γλύφαινε / γλύφανε | — | — | γλυφάνετε / γλυφαίνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →