Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλωσσαμύντορας

/ɣlo.saˈmin.do.ɾas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. ειρωνικόο υπέρμαχος της καθαρεύουσας Βικιλεξικό
  2. γενικότεραπου θεωρεί τον εαυτό του υπερασπιστή της γλώσσας Βικιλεξικό
    • Παλιός γιατροφιλόσοφος και γλωσσαμύντορας ο πατέρας του, λεγόταν Μπεγιάζης, (μπεγιάζ τουρκικά σημαίνει άσπρος) άλλαξε το όνομά του και το έκανε Λευκίας. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε, εκδ. Μεταίχμιο, 1977 https://books.google.gr/books?id=qTZ6CAAAQBAJ&lpg=PT110&dq=%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82&pg=PT110#v=onepage&q=%CE%B3%CE%BB%CF%89%CF%83%CF%83%CE%B1%CE%BC%CF%8D%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82&f=false)
    • Όλα τα εγκώμια μάλιστα που αφειδώς επιδαψιλεύονται από γλωσσαμύντορες παντός συμφέροντος επί της ελληνικής δε δείχνουν παρά μόνο μια πραγματικότητα: τη μονοφωνική αυτάρκεια της γλωσσικής κατάστασης, την αδυναμία της γλώσσας, όχι πλέον στο επίπεδο ιδεών αλλά ... (περιοδικό Διαβάζω, τεύχη 436-439, 2003, σελ. 89)

Ετυμολογία

γλωσσαμύντορας < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα γλωσσαμύντ(ωρ) + -ορας

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλωσσαμύντοραςγλωσσαμύντορες
Γενικήγλωσσαμύντοραγλωσσαμυντόρων
Αιτιατικήγλωσσαμύντοραγλωσσαμύντορες
Κλητικήγλωσσαμύντοραγλωσσαμύντορες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →