γλωσσογράφος
•
- λεξικογραφίαπου ασχολείται με τη γλωσσογραφία συλλέγοντας και ερμηνεύοντας δύσχρηστες λέξεις, τις «γλώσσες» Βικιλεξικό
- φιλολογίασχολιαστής κειμένων, για τη διευκόλυνση της κατανόησής τους Βικιλεξικό
- νομικός όροςειδικότερα μεσαιωνικοί σχολιαστές κειμένων του Ρωμαϊκού Δικαίου οι οποίοι έγραφαν τα σχόλιά τους στο περιθώριο του ερμηνευόμενου χωρίου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλωσσογράφος < ελληνιστική κοινή γλωσσογράφος. Συγχρονικά αναλύεται σε γλωσσο- + -γράφος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλωσσογράφος | γλωσσογράφοι |
| Γενική | γλωσσογράφου | γλωσσογράφων |
| Αιτιατική | γλωσσογράφο | γλωσσογράφους |
| Κλητική | γλωσσογράφε | γλωσσογράφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →