Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλωσσογράφος

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λεξικογραφίαπου ασχολείται με τη γλωσσογραφία συλλέγοντας και ερμηνεύοντας δύσχρηστες λέξεις, τις «γλώσσες» Βικιλεξικό
  2. φιλολογίασχολιαστής κειμένων, για τη διευκόλυνση της κατανόησής τους Βικιλεξικό
  3. νομικός όροςειδικότερα μεσαιωνικοί σχολιαστές κειμένων του Ρωμαϊκού Δικαίου οι οποίοι έγραφαν τα σχόλιά τους στο περιθώριο του ερμηνευόμενου χωρίου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλωσσογράφος < ελληνιστική κοινή γλωσσογράφος. Συγχρονικά αναλύεται σε γλωσσο- + -γράφος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλωσσογράφοςγλωσσογράφοι
Γενικήγλωσσογράφουγλωσσογράφων
Αιτιατικήγλωσσογράφογλωσσογράφους
Κλητικήγλωσσογράφεγλωσσογράφοι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →