Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλωσσογραφία

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ως τεχνική γραπτού λόγουο συγκεκριμένος τρόπος, (τεχνική), ερμηνείας και σχολιασμού απαρχαιωμένων γλωσσών ως και η γεωγραφική εξάπλωση αυτού του τρόπου από τους γλωσσογράφους Βικιλεξικό
    • Η γλωσσογραφία αναπτύχθηκε περισσότερο ως μέθοδος σχολίων, ερμηνείας και ιδιαίτερα επί αμφισβητήσεων του κειμένου που γίνεται είτε στην αυτή γραμμή (του κειμένου), είτε στο περιθώριο αυτού. Η γλωσσογραφία ως τεχνική συνεχίζει να υφίσταται και σήμερα με ευρύτατη εφαρμογή που απαντάται ειδικότερα στη νομοτεχνική, κυρίως στα σχέδια νόμων και διαταγμάτων μέχρι να λάβουν τη τελική μορφή τους, σε πάσης φύσεως συμβολαιογραφικές πράξεις, σε δικονομικά έγγραφα, πιστοποιητικά κ.λπ. μέχρι και σε σχολικά βοηθήματα ανάλυσης ή ερμηνείας κειμένων.
  2. ως ανατομική περιγραφήη επιστημονική περιγραφή της γλώσσας ως οργάνου του ανθρωπίνου σώματος, στην ανατομία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γλωσσογραφία < γλωσσο- + -γραφία • Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλωσσογραφίαγλωσσογραφίες
Γενικήγλωσσογραφίαςγλωσσογραφιών
Αιτιατικήγλωσσογραφίαγλωσσογραφίες
Κλητικήγλωσσογραφίαγλωσσογραφίες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →