γλωσσολόγος
•
- επάγγελμαεπιστήμονας που ειδικεύεται στην δομή και την ιστορία, εξέλιξη της γλώσσας Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλωσσολόγος < γλωσσολογ(ία) + -ος, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική linguiste. Αναλύεται σε γλωσσο- + -λόγος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλωσσολόγος | γλωσσολόγοι |
| Γενική | γλωσσολόγου | γλωσσολόγων |
| Αιτιατική | γλωσσολόγο | γλωσσολόγους |
| Κλητική | γλωσσολόγε | γλωσσολόγοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →