Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλύκα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το χαρακτηριστικό του γλυκού ή/και απολαυστικού σε τρόφιμο, άνθρωπο, κατάσταση, συμπεριφορά κ.ά Βικιλεξικό
    • η γλύκα του δεν περιγράφεται, πιο όμορφο παιδί δεν είχα ξαναδεί
    • ήρθε στο σπίτι και μου έκανε γλύκες -ήμουν σίγουρη ότι κάτι ήθελε να ζητήσει
    • ήταν γλύκα ο ύπνος, τον χρειαζόμουνα
    • σκέτη γλύκα το φαγητό σου γυναίκα σήμερα, γεια στα χέρια σου
    • βλέπε: ο γλύκας αρσενικό

Ετυμολογία

γλύκα < μεσαιωνική ελληνική γλύκα < γλυκός (αναδρομικός σχηματισμός)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλύκαγλύκες
Γενικήγλύκας—
Αιτιατικήγλύκαγλύκες
Κλητικήγλύκαγλύκες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

γλυκά

επίρρημα
•
  1. με γλυκό τρόπο Βικιλεξικό
    • ήπια, μαλακά

Ετυμολογία

γλυκά < γλυκός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →