γλύκανση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του γλυκαίνω Βικιλεξικό
- τεχνολογία τροφίμωνη προσθήκη γλυκαντικών στοιχείων σε ποτά, τρόφιμα κ.λπ. Βικιλεξικό
- χημείαμέθοδος επεξεργασίας πετρελαιοειδών, ώστε να αφαιρεθεί το θείο ή θειούχες ενώσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γλύκανση < ελληνιστική κοινή γλύκανσις < αρχαία ελληνική γλυκαίνω < γλυκύς ((χημεία): (σημασιολογικό δάνειο) αγγλική sweetening)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γλύκανση | γλυκάνσεις |
| Γενική | γλύκανσης | γλυκάνσεων |
| Αιτιατική | γλύκανση | γλυκάνσεις |
| Κλητική | γλύκανση | γλυκάνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →