Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γλύκισμα

/ˈɣli.ci.zma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. γλυκότο γλυκό (παρασκεύασμα της ζαχαροπλαστικής) Βικιλεξικό
    • Θρεψίνη (και ιδιωματικά θρεψίνα) είναι η σταφυλόκρεμα. Τη χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή γλυκισμάτων, αλλά και την άλειφαν πάνω στο ψωμί, όπως τη μαρμελάδα. (Βούλα Μάστορη, Στο γυμνάσιο, εκδ. Πατάκη, 2023)
    • Όταν πια ο μπαρμπέρης κόψει το ενοχλητικό δέρμα και το δείξει σ' όλη την ομήγυρη, τότε η μητέρα κερνάει τους καλεσμένους χουσάφι. Αυτό είναι ένα ειδικό γλύκισμα φτιαγμένο από στάρι, σταφίδες, χουρμάδες, σύκα και ξερά φασόλια που τα βράζουν όλα μαζί για πολλές ώρες. (Κώστας Ακριβός, Καιρός για θαύματα, εκδ. Κέδρος, 2005, σελ. 122)
  2. μεταφορικάο χαρακτηρισμός για πολύ νόστιμο φαγητό Βικιλεξικό
    • το γουρουνόπουλο στη γάστρα ήταν σκέτο γλύκισμα

Ετυμολογία

γλύκισμα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή γλύκυσμα

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγλύκισμαγλυκίσματα
Γενικήγλυκίσματοςγλυκισμάτων
Αιτιατικήγλύκισμαγλυκίσματα
Κλητικήγλύκισμαγλυκίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →