γλώσσα λανθάνουσα τα αληθή λέγει
•
- αρχαιοπρεπέςόταν κάποιος σφάλει ακουσίως λόγω βιασύνης ή απροσεξίας καθώς μιλάει, η γλώσσα του ομολογεί τις αληθείς του σκέψεις ή προθέσεις Βικιλεξικό
- αρχική φράση: η γλώσσ' αμαρτάνουσα ταληθή λέγει
Ετυμολογία
γλώσσα λανθάνουσα τα αληθή λέγει < παραφθορά αρχαίου ρητού «ἡ γλῶσσ' ἁμαρτάνουσα τἀληθῆ λέγει» καταγεγραμμένο στο έργο Γνῶμαι Μονόστιχοι του κωμικού ποιητή Μενάνδρου.
Άλλοι τύποι
αληθήγλώσσαλέγειλανθάνουσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →