γνέφω
•
- κάνοντας ένα νεύμα με το κεφάλι ή με τα μάτια συνεννοούμαι με κάποιον Βικιλεξικό
- «Τζακπότ έχει σήμερα, μπάρμπα ! Πού ξέρεις ποιός είναι ο τυχερός. Μπορεί να 'σαι εσύ», τον πλησίασε ένας λαχειοπώλης. Ο Θεόφιλος του έγνεψε αρνητικά. (Δημήτρης Εμμανουήλ, Τράνζιτ, εκδ. Ίκαρος, 2005)
Ετυμολογία
γνέφω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γνεύω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νεύω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γνέφω | γνέφεις | γνέφει | γνέφουμε | γνέφετε | γνέφουν / γνέφουνε |
| Παρατατικός | έγνεφα | έγνεφες | έγνεφε | γνέφαμε | γνέφατε | έγνεφαν / γνέφαν / γνέφανε |
| Αόριστος | έγνεψα | έγνεψες | έγνεψε | γνέψαμε | γνέψατε | έγνεψαν / γνέψαν / γνέψανε |
| Μέλλοντας | θα γνέφω / θα γνέψω | θα γνέφεις / θα γνέψεις | θα γνέφει / θα γνέψει | θα γνέφουμε / θα γνέψουμε | θα γνέφετε / θα γνέψετε | θα γνέφουν / θα γνέφουνε / θα γνέψουν / θα γνέψουνε |
| Παρακείμενος | έχω γνέψει | έχεις γνέψει | έχει γνέψει | έχουμε γνέψει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γνέψει | είχες γνέψει | είχε γνέψει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γνέψει / να γνέφω / να γνέψω | να έχεις γνέψει / να γνέφεις / να γνέψεις | να έχει γνέψει / να γνέφει / να γνέψει | να έχουμε γνέψει / να γνέφουμε / να γνέψουμε | να γνέφετε / να γνέψετε | να γνέφουν / να γνέφουνε / να γνέψουν / να γνέψουνε |
| Προστακτική | — | γνέφε / γνέψε | — | — | γνέφετε / γνέψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →