Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνευσιακός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γεωλογίαπου έχει σχέση με τον γνεύσιο, ανήκει σ’ αυτόν, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει Βικιλεξικό
    • Στο ανώτερο τμήμα τους υπάρχουν κυρίως γνευσιακές κροκάλες με μικρότερο μέγεθος και χαλαρότερο βαθμό σύνδεσης μεταξύ τους καθώς και «ενστρώσεις μαργών και ψαμμιτών». (*)

Ετυμολογία

γνευσιακός < γνεύσιος + -ακός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνευσιακόςγνευσιακήγνευσιακό
Γενικήγνευσιακούγνευσιακήςγνευσιακού
Αιτιατικήγνευσιακόγνευσιακήγνευσιακό
Κλητικήγνευσιακέγνευσιακήγνευσιακό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνευσιακοίγνευσιακέςγνευσιακά
Γενικήγνευσιακώνγνευσιακώνγνευσιακών
Αιτιατικήγνευσιακούςγνευσιακέςγνευσιακά
Κλητικήγνευσιακοίγνευσιακέςγνευσιακά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →