γνευσιακός
•
- γεωλογίαπου έχει σχέση με τον γνεύσιο, ανήκει σ’ αυτόν, αναφέρεται σ’ αυτόν ή τον περιέχει Βικιλεξικό
- Στο ανώτερο τμήμα τους υπάρχουν κυρίως γνευσιακές κροκάλες με μικρότερο μέγεθος και χαλαρότερο βαθμό σύνδεσης μεταξύ τους καθώς και «ενστρώσεις μαργών και ψαμμιτών». (*)
Ετυμολογία
γνευσιακός < γνεύσιος + -ακός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνευσιακός | γνευσιακή | γνευσιακό |
| Γενική | γνευσιακού | γνευσιακής | γνευσιακού |
| Αιτιατική | γνευσιακό | γνευσιακή | γνευσιακό |
| Κλητική | γνευσιακέ | γνευσιακή | γνευσιακό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνευσιακοί | γνευσιακές | γνευσιακά |
| Γενική | γνευσιακών | γνευσιακών | γνευσιακών |
| Αιτιατική | γνευσιακούς | γνευσιακές | γνευσιακά |
| Κλητική | γνευσιακοί | γνευσιακές | γνευσιακά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →