Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνησιότητα

/ɣni.siˈo.ti.ta/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η αυθεντικότητα, η ιδιότητα του γνήσιου Βικιλεξικό
    • σήμα γνησιότητας στα προϊόντα
  2. ειλικρίνεια Βικιλεξικό
    • Ποτέ δεν αμφέβαλλα για τη γνησιότητα των αισθημάτων του.
    • Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότητός της. (Παιδεία και ζωή, τεύχη 64-81, 1958, σελ. 205)

Ετυμολογία

γνησιότητα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνησιότης από την αιτιατική γνησιότητα < γνήσιος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνησιότηταγνησιότητες
Γενικήγνησιότηταςγνησιοτήτων
Αιτιατικήγνησιότηταγνησιότητες
Κλητικήγνησιότηταγνησιότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →