γνωμάτευση
•
- η γνώμη, η εκτίμηση, η έγκυρη άποψη του ειδικού και αρμόδιου σε μια επιστήμη Βικιλεξικό
- ιατρική γνωμάτευση
Ετυμολογία
γνωμάτευση < γνωματεύ(ω) + }-ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γνωμάτευση | γνωματεύσεις |
| Γενική | γνωμάτευσης | γνωματεύσεων |
| Αιτιατική | γνωμάτευση | γνωματεύσεις |
| Κλητική | γνωμάτευση | γνωματεύσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →