γνωμικός αόριστος
•
- γραμματικήαόριστος που δηλώνει μια γενική ή καθολικά αποδεκτή αλήθεια και χρησιμοποιείται αντί του ενεστώτα σε γνωμικά, παροιμίες ή εκφράσεις με καθολική ισχύ Βικιλεξικό
- Παράδειγμα γνωμικού αόριστου: O τρελός είδε (=βλέπει) τον μεθυσμένο κι έφυγε (=φεύγει).
Ετυμολογία
γνωμικός αόριστος < → δείτε τις λέξεις γνωμικός και αόριστος < (μεταφραστικό δάνειο) γερμανική gnomischer Aorist
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →