γνωμοδοτικός
•
- που έχει σχέση με την παροχή γνώμης από αρμόδιο και ειδικό άτομο, συμβούλιο, φορέα Βικιλεξικό
- σε αντιδαστολή προς το αποφασιστικός, π.χ. για το ρόλο ενός γνωμοδοτικού οργάνου, όπου ξεκαθαρίζεται έμμεσα αλλά σαφώς από τη χρήση του συγκεκριμένου επιθέτου ότι ο ρόλος αυτός περιορίζεται στην παροχή γνώμης και ότι το όργανο αυτό δεν μπορεί να αποφασίσει, να θεσπίσει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γνωμοδοτικός < γνωμοδοτώ
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνωμοδοτικός | γνωμοδοτική | γνωμοδοτικό |
| Γενική | γνωμοδοτικού | γνωμοδοτικής | γνωμοδοτικού |
| Αιτιατική | γνωμοδοτικό | γνωμοδοτική | γνωμοδοτικό |
| Κλητική | γνωμοδοτικέ | γνωμοδοτική | γνωμοδοτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνωμοδοτικοί | γνωμοδοτικές | γνωμοδοτικά |
| Γενική | γνωμοδοτικών | γνωμοδοτικών | γνωμοδοτικών |
| Αιτιατική | γνωμοδοτικούς | γνωμοδοτικές | γνωμοδοτικά |
| Κλητική | γνωμοδοτικοί | γνωμοδοτικές | γνωμοδοτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →