Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωμοδοτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την παροχή γνώμης από αρμόδιο και ειδικό άτομο, συμβούλιο, φορέα Βικιλεξικό
  2. σε αντιδαστολή προς το αποφασιστικός, π.χ. για το ρόλο ενός γνωμοδοτικού οργάνου, όπου ξεκαθαρίζεται έμμεσα αλλά σαφώς από τη χρήση του συγκεκριμένου επιθέτου ότι ο ρόλος αυτός περιορίζεται στην παροχή γνώμης και ότι το όργανο αυτό δεν μπορεί να αποφασίσει, να θεσπίσει Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γνωμοδοτικός < γνωμοδοτώ

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωμοδοτικόςγνωμοδοτικήγνωμοδοτικό
Γενικήγνωμοδοτικούγνωμοδοτικήςγνωμοδοτικού
Αιτιατικήγνωμοδοτικόγνωμοδοτικήγνωμοδοτικό
Κλητικήγνωμοδοτικέγνωμοδοτικήγνωμοδοτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωμοδοτικοίγνωμοδοτικέςγνωμοδοτικά
Γενικήγνωμοδοτικώνγνωμοδοτικώνγνωμοδοτικών
Αιτιατικήγνωμοδοτικούςγνωμοδοτικέςγνωμοδοτικά
Κλητικήγνωμοδοτικοίγνωμοδοτικέςγνωμοδοτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →