Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωμολογικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο σχετικός με τη γνωμολογία Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γνωμολογικός < (ελληνιστική κοινή) (αποφθεγματικός)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωμολογικόςγνωμολογικήγνωμολογικό
Γενικήγνωμολογικούγνωμολογικήςγνωμολογικού
Αιτιατικήγνωμολογικόγνωμολογικήγνωμολογικό
Κλητικήγνωμολογικέγνωμολογικήγνωμολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωμολογικοίγνωμολογικέςγνωμολογικά
Γενικήγνωμολογικώνγνωμολογικώνγνωμολογικών
Αιτιατικήγνωμολογικούςγνωμολογικέςγνωμολογικά
Κλητικήγνωμολογικοίγνωμολογικέςγνωμολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →