Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωμολογώ

ρήμα
•
  1. συλλέγω γνωμικά Βικιλεξικό
  2. εκφράζομαι με γνωμικά, αποφθέγματα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γνωμολογώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνωμολογῶ, συνηρημένος τύπος του γνωμολογέω. Μορφολογικά, γνώμ(η) + -λογώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγνωμολογώγνωμολογείςγνωμολογείγνωμολογούμεγνωμολογείτεγνωμολογούν / γνωμολογούνε
Παρατατικόςγνωμολογούσαγνωμολογούσεςγνωμολογούσεγνωμολογούσαμεγνωμολογούσατεγνωμολογούσαν / γνωμολογούσανε
Αόριστοςγνωμολόγησαγνωμολόγησεςγνωμολόγησεγνωμολογήσαμεγνωμολογήσατεγνωμολογήσαν / γνωμολογήσανε / γνωμολόγησαν
Μέλλονταςθα γνωμολογήσω / θα γνωμολογώθα γνωμολογήσεις / θα γνωμολογείςθα γνωμολογήσει / θα γνωμολογείθα γνωμολογήσουμε / θα γνωμολογούμεθα γνωμολογήσετε / θα γνωμολογείτεθα γνωμολογήσουν / θα γνωμολογήσουνε / θα γνωμολογούν / θα γνωμολογούνε
Παρακείμενοςέχω γνωμολογήσειέχεις γνωμολογήσειέχει γνωμολογήσειέχουμε γνωμολογήσειέχετε γνωμολογήσει—
Υπερσυντέλικοςείχα γνωμολογήσειείχες γνωμολογήσειείχε γνωμολογήσειείχαμε γνωμολογήσειείχατε γνωμολογήσει—
Υποτακτικήνα έχω γνωμολογήσει / να γνωμολογήσω / να γνωμολογώνα έχεις γνωμολογήσει / να γνωμολογήσεις / να γνωμολογείςνα έχει γνωμολογήσει / να γνωμολογήσει / να γνωμολογείνα έχουμε γνωμολογήσει / να γνωμολογήσουμε / να γνωμολογούμενα έχετε γνωμολογήσει / να γνωμολογήσετε / να γνωμολογείτενα γνωμολογήσουν / να γνωμολογήσουνε / να γνωμολογούν / να γνωμολογούνε
Προστακτική—γνωμολόγησε——γνωμολογήστε / γνωμολογείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →