γνωμολογώ
•
- συλλέγω γνωμικά Βικιλεξικό
- εκφράζομαι με γνωμικά, αποφθέγματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γνωμολογώ < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνωμολογῶ, συνηρημένος τύπος του γνωμολογέω. Μορφολογικά, γνώμ(η) + -λογώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γνωμολογώ | γνωμολογείς | γνωμολογεί | γνωμολογούμε | γνωμολογείτε | γνωμολογούν / γνωμολογούνε |
| Παρατατικός | γνωμολογούσα | γνωμολογούσες | γνωμολογούσε | γνωμολογούσαμε | γνωμολογούσατε | γνωμολογούσαν / γνωμολογούσανε |
| Αόριστος | γνωμολόγησα | γνωμολόγησες | γνωμολόγησε | γνωμολογήσαμε | γνωμολογήσατε | γνωμολογήσαν / γνωμολογήσανε / γνωμολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα γνωμολογήσω / θα γνωμολογώ | θα γνωμολογήσεις / θα γνωμολογείς | θα γνωμολογήσει / θα γνωμολογεί | θα γνωμολογήσουμε / θα γνωμολογούμε | θα γνωμολογήσετε / θα γνωμολογείτε | θα γνωμολογήσουν / θα γνωμολογήσουνε / θα γνωμολογούν / θα γνωμολογούνε |
| Παρακείμενος | έχω γνωμολογήσει | έχεις γνωμολογήσει | έχει γνωμολογήσει | έχουμε γνωμολογήσει | έχετε γνωμολογήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γνωμολογήσει | είχες γνωμολογήσει | είχε γνωμολογήσει | είχαμε γνωμολογήσει | είχατε γνωμολογήσει | — |
| Υποτακτική | να έχω γνωμολογήσει / να γνωμολογήσω / να γνωμολογώ | να έχεις γνωμολογήσει / να γνωμολογήσεις / να γνωμολογείς | να έχει γνωμολογήσει / να γνωμολογήσει / να γνωμολογεί | να έχουμε γνωμολογήσει / να γνωμολογήσουμε / να γνωμολογούμε | να έχετε γνωμολογήσει / να γνωμολογήσετε / να γνωμολογείτε | να γνωμολογήσουν / να γνωμολογήσουνε / να γνωμολογούν / να γνωμολογούνε |
| Προστακτική | — | γνωμολόγησε | — | — | γνωμολογήστε / γνωμολογείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →