γνωστοποιούμαι
•
- παθητική φωνή του ρήματος γνωστοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γνωστοποιούμαι | γνωστοποιείσαι | γνωστοποιείται | γνωστοποιούμαστε | γνωστοποιείστε | γνωστοποιούνται |
| Παρατατικός | γνωστοποιούμουν | γνωστοποιούσουν | γνωστοποιούνταν | γνωστοποιούμασταν / γνωστοποιούμαστε | γνωστοποιούσασταν / γνωστοποιούσαστε | γνωστοποιούνταν |
| Αόριστος | γνωστοποιήθηκα | γνωστοποιήθηκες | γνωστοποιήθηκε | γνωστοποιηθήκαμε | γνωστοποιηθήκατε | γνωστοποιήθηκαν / γνωστοποιηθήκαν / γνωστοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα γνωστοποιηθώ / θα γνωστοποιούμαι | θα γνωστοποιείσαι / θα γνωστοποιηθείς | θα γνωστοποιείται / θα γνωστοποιηθεί | θα γνωστοποιηθούμε / θα γνωστοποιούμαστε | θα γνωστοποιείστε / θα γνωστοποιηθείτε | θα γνωστοποιηθούν / θα γνωστοποιηθούνε / θα γνωστοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω γνωστοποιηθεί | έχεις γνωστοποιηθεί | έχει γνωστοποιηθεί | έχουμε γνωστοποιηθεί | έχετε γνωστοποιηθεί | έχουν γνωστοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα γνωστοποιηθεί | είχες γνωστοποιηθεί | είχε γνωστοποιηθεί | είχαμε γνωστοποιηθεί | είχατε γνωστοποιηθεί | είχαν γνωστοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιηθώ / να γνωστοποιούμαι | να έχεις γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιείσαι / να γνωστοποιηθείς | να έχει γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιείται / να γνωστοποιηθεί | να έχουμε γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιηθούμε / να γνωστοποιούμαστε | να έχετε γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιείστε / να γνωστοποιηθείτε | να έχουν γνωστοποιηθεί / να γνωστοποιηθούν / να γνωστοποιηθούνε / να γνωστοποιούνται |
| Προστακτική | — | γνωστοποιήσου | — | — | γνωστοποιείστε / γνωστοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →