γνωστοποιώ
•
- κάνω γνωστό κάτι σε κάποιον, πληροφορώ για κάτι Βικιλεξικό
- οι Εσσαίοι, που άρχιζαν να γίνονται γνωστοί μόλις στα 100 π.Χ., αιρετικοί Εβραίοι που φύλαγαν κρυφή την πίστη τους και ορκίζουνταν με όρκους τρομερούς να μην τη γνωστοποιήσουν (⌘ Πηνελόπη Δέλτα, Η ζωή του Χριστού, κεφάλαιο ΣΤ, 1925)
Ετυμολογία
γνωστοποιώ < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική γνωστοποιῶ < γνωστ(όν) + -ο- + -ποιώ και (σημασιολογικό δάνειο) γερμανική bekanntmachen
Άλλοι τύποι
γνωστοποιούμαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →