Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνωστότατος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γνωστότατος, υπερθετικός βαθμός του γνωστός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωστότατοςγνωστότατηγνωστότατο
Γενικήγνωστότατουγνωστότατηςγνωστότατου
Αιτιατικήγνωστότατογνωστότατηγνωστότατο
Κλητικήγνωστότατεγνωστότατηγνωστότατο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνωστότατοιγνωστότατεςγνωστότατα
Γενικήγνωστότατωνγνωστότατωνγνωστότατων
Αιτιατικήγνωστότατουςγνωστότατεςγνωστότατα
Κλητικήγνωστότατοιγνωστότατεςγνωστότατα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →