γνωστότατος
•
- γνωστός σε πάρα πολλούς ανθρώπους, σε πάρα πολύ κόσμο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γνωστότατος, υπερθετικός βαθμός του γνωστός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνωστότατος | γνωστότατη | γνωστότατο |
| Γενική | γνωστότατου | γνωστότατης | γνωστότατου |
| Αιτιατική | γνωστότατο | γνωστότατη | γνωστότατο |
| Κλητική | γνωστότατε | γνωστότατη | γνωστότατο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνωστότατοι | γνωστότατες | γνωστότατα |
| Γενική | γνωστότατων | γνωστότατων | γνωστότατων |
| Αιτιατική | γνωστότατους | γνωστότατες | γνωστότατα |
| Κλητική | γνωστότατοι | γνωστότατες | γνωστότατα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →