Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνώμονας

/ˈɣno.mo.nas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. γεωμετρίαόργανο που χαράζει ορθές γωνίες ή κάθετες γραμμές Βικιλεξικό
  2. γεωμετρίαόργανο που μετράει γωνίες Βικιλεξικό
  3. μεταφορικάκανόνας, αρχή Βικιλεξικό
    • αποφάσεις με γνώμονα το γενικό συμφέρον / το εθνικό συμφέρον
    • ο αλυτρωτικός εθνικισμός, που αποτέλεσε τον πυλώνα του ιδεολογικού εποικοδομήματος και τον γνώμονα χάραξης της εξωτερικής πολιτικής των βαλκανικών χωρών κατά τον «μακρό» 19ο αιώνα, έπαυσε να κατευθύνει τις επιλογές των ιθυνόντων και των αστών διανοουμένων των κρατών της Βαλκανικής στον Μεσοπόλεμο (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο «γεωργικός εθνικισμός» στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)
  4. μουσικήτο κλειδί Βικιλεξικό
    • Ο γνώμονας του σολ είναι το κλειδί του σολ που σημειώνουμε στην αρχή του πενταγράμμου.

Ετυμολογία

γνώμονας < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή γνώμων (αρχαία σημασία: εξεταστής), από την αιτιατική «τὸν γνώμονα»

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνώμοναςγνώμονες
Γενικήγνώμοναγνωμόνων
Αιτιατικήγνώμοναγνώμονες
Κλητικήγνώμοναγνώμονες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →