γνώριμος
•
- που τον γνωρίζει κάποιος, που ίσως τον συναναστρέφεται ίσως και όχι, πάντως έχει κάποια σχέση με αυτόν, τον έχει γνωρίσει στο παρελθόν Βικιλεξικό
- που κάτι θυμίζει σε κάποιον, του είναι οικείος, γνωστός, συχνά που δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιον ακριβως του θυμιζει ή που δεν έχει σημασία να τον προσδιορίσει επακριβώς Βικιλεξικό
- ακουγόταν μια γνώριμη μελωδιά
- αισθάνθηκα μια γνώριμη μυρωδιά, ίσως μου θύμιζε κάτι από το πατρικό μου
- ήταν μια γνώριμη φωνή, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ποιανού
Ετυμολογία
γνώριμος < αρχαία ελληνική γνώριμος < γνωρίζω
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνώριμος | γνώριμη | γνώριμο |
| Γενική | γνώριμου | γνώριμης | γνώριμου |
| Αιτιατική | γνώριμο | γνώριμη | γνώριμο |
| Κλητική | γνώριμε | γνώριμη | γνώριμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γνώριμοι | γνώριμες | γνώριμα |
| Γενική | γνώριμων | γνώριμων | γνώριμων |
| Αιτιατική | γνώριμους | γνώριμες | γνώριμα |
| Κλητική | γνώριμοι | γνώριμες | γνώριμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →