Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνώριμος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που τον γνωρίζει κάποιος, που ίσως τον συναναστρέφεται ίσως και όχι, πάντως έχει κάποια σχέση με αυτόν, τον έχει γνωρίσει στο παρελθόν Βικιλεξικό
  2. που κάτι θυμίζει σε κάποιον, του είναι οικείος, γνωστός, συχνά που δεν μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια ποιον ακριβως του θυμιζει ή που δεν έχει σημασία να τον προσδιορίσει επακριβώς Βικιλεξικό
    • ακουγόταν μια γνώριμη μελωδιά
    • αισθάνθηκα μια γνώριμη μυρωδιά, ίσως μου θύμιζε κάτι από το πατρικό μου
    • ήταν μια γνώριμη φωνή, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ ποιανού

Ετυμολογία

γνώριμος < αρχαία ελληνική γνώριμος < γνωρίζω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνώριμοςγνώριμηγνώριμο
Γενικήγνώριμουγνώριμηςγνώριμου
Αιτιατικήγνώριμογνώριμηγνώριμο
Κλητικήγνώριμεγνώριμηγνώριμο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγνώριμοιγνώριμεςγνώριμα
Γενικήγνώριμωνγνώριμωνγνώριμων
Αιτιατικήγνώριμουςγνώριμεςγνώριμα
Κλητικήγνώριμοιγνώριμεςγνώριμα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →