γνώρισμα
•
- χαρακτηριστικό, κάτι που εμφανίζει ένα πρόσωπο ή πράγμα ή κατηγορία και μας επιτρέπει να το αναγνωρίσουμε και να το διακρίνουμε από άλλα Βικιλεξικό
- κάτι που είχα τη δυνατότητα να γνωρίσω Βικιλεξικό
- τα βιβλία των εν λόγω συγγραφέων «Χ», «Υ» και «Ω», θαρρώ, πως είναι από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της σύγχρονης εποχής, που είχα ποτέ διαβάσει
- βάσεις δεδομένωνη στήλη μίας σχέσης (relation) / πίνακα (table) ενός σχεσιακού μοντέλου / σχεσιακής βάσης δεδομένων. Ο όρος γνώρισμα (attribute) χρησιμοποιείται κυρίως στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών. Βικιλεξικό
- Συνώνυμα: στήλη, ιδιότητα
- Υπώνυμα: περιγραφικό γνώρισμα
Ετυμολογία
γνώρισμα < αρχαία ελληνική γνώρισμα < γνωρίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γνώρισμα | γνωρίσματα |
| Γενική | γνωρίσματος | γνωρισμάτων |
| Αιτιατική | γνώρισμα | γνωρίσματα |
| Κλητική | γνώρισμα | γνωρίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →