γνώση
•
- το να γνωρίζει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
- Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
- Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
- οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων Βικιλεξικό
- Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
- Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.
- φιλοσοφίατο σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα Βικιλεξικό
- φιλοσοφίαη ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος Βικιλεξικό
- η σύνεση Βικιλεξικό
- γερόντου γνώση
- μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών Βικιλεξικό
- Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
- Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.
Ετυμολογία
γνώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνῶ(σις) + -ση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃-
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γνώση | γνώσεις |
| Γενική | γνώσης | γνώσεων |
| Αιτιατική | γνώση | γνώσεις |
| Κλητική | γνώση | γνώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →