Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνώση

/ˈɣno.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να γνωρίζει κάποιος κάτι Βικιλεξικό
    • Δεν είχα γνώση της κατάστασης.
    • Ερευνητές, οι οποίοι είναι επιστήμονες υψηλής επιστημονικής εμπειρίας και κατάρτισης, κάτοχοι διδακτορικού διπλώματος, που εργάζονται αυτοτελώς και ανεξάρτητα για την παραγωγή ή βελτίωση γνώσεων και την εφαρμογή τους για την παραγωγή προϊόντων, διατάξεων (devices), διαδικασιών, μεθόδων και συστημάτων, ενώ μπορούν να παρέχουν και εκπαιδευτικό και διοικητικό έργο. (Νόμος 4310/2014, Έρευνα, Τεχνολογική Ανάπτυξη και Καινοτομία και άλλες διατάξεις, Ελληνική Δημοκρατία)
  2. οι πληροφορίες που αποκτά κάποιος και οι παραστάσεις που σχηματίζει για τον κόσμο και τα πράγματα μετά από την νοητική επεξεργασία των εμπειρικών δεδομένων Βικιλεξικό
    • Με τις μελέτες του απέκτησε πλούσιες γνώσεις.
    • Ότι γνωρίζω σου ανήκει. Δεν αποκρύπτω γνώση. Δύναμή μου να κρίνω και να γεννώ νέα.
  3. φιλοσοφίατο σύνολο των προτάσεων με τις οποίες περιγράφεται, κατανοείται κι ερμηνεύεται η πραγματικότητα Βικιλεξικό
  4. φιλοσοφίαη ουσία και τα αίτια ενός πράγματος ή γεγονότος Βικιλεξικό
  5. η σύνεση Βικιλεξικό
    • γερόντου γνώση
  6. μνημονική καταγραφή εθίμων ή διαδικασιών Βικιλεξικό
    • Η χειρουργική απαιτεί γνώση κι εμπειρία.
    • Ο χορευτής έχει γνώση χορού, ο φυσικός των πειραματικών δεδομένων μα ο πιστός μόνο πίστη και γνώση κειμένων.

Ετυμολογία

γνώση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική γνῶ(σις) + -ση < γιγνώσκω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ǵneh₃-

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνώσηγνώσεις
Γενικήγνώσηςγνώσεων
Αιτιατικήγνώσηγνώσεις
Κλητικήγνώσηγνώσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →