Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γνώστρια

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. θηλυκό του γνώστης Βικιλεξικό
    • Προτιμά δηλαδή να προσποιηθεί τη γνώστρια παρά να πει, παιδί μου δεν τον ξέρω αυτόν τον κύριο Οφορίκουε που μου τσαμπουνάς. Η δηθενιά της φυλής μας σε όλο της το μεγαλείο μέσα από τρίλεπτα βίντεο. Απολαυστικά αστείο και τραγικό μαζί. (30/12/2016, Protagon.gr https://www.protagon.gr/apopseis/editorial/44341312658-44341312658)

Ετυμολογία

γνώστρια < γνώστης + -τρια

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγνώστριαγνώστριες
Γενικήγνώστριαςγνωστριών
Αιτιατικήγνώστριαγνώστριες
Κλητικήγνώστριαγνώστριες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →