Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γοβίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. υποκοριστικό του γόβα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γοβίτσα < γόβα + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα < μεσαιωνική ελληνική γόβα < βενετικά goba

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγοβίτσαγοβίτσες
Γενικήγοβίτσας—
Αιτιατικήγοβίτσαγοβίτσες
Κλητικήγοβίτσαγοβίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →