γογγύλι
•
- φυτόποώδες φυτό της οικογένειας των Σταυρανθών, συγγενές του λάχανου Βικιλεξικό
- άλλες ονομασίες: ρέβα, ράπα, ραφανοκράμβη
- ονομασία που έχει κάθε φαγώσιμος, λευκός ή κίτρινος, βολβός λαχανικού καθώς και το λαχανικό που έχει τέτοιο βολβό Βικιλεξικό
- τα γογγύλια έχουν μεγάλη θρεπτική αξία
Ετυμολογία
γογγύλι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γογγύλιν / γογγύλιον, υποκοριστικό < αρχαία ελληνική γογγύλη < γόγγυλος < γογγύλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *lump (σβώλος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γογγύλι | γογγύλια |
| Γενική | γογγυλιού | γογγυλιών |
| Αιτιατική | γογγύλι | γογγύλια |
| Κλητική | γογγύλι | γογγύλια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →