Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γολέττα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. άλλη γραφή του γολέτα Βικιλεξικό
    • καὶ ἐντὸς τοῦ λιμένος ἡμιολίαν ἢ Γολέττταν, ὡραίας κατασκευῆς, ἥτις ἦν προσωρμισμένη εἰς τὸ βάθος αὐτοῦ, καὶ εἰς τὸν ἄκρον ἱστὸν τῆς ἡμιολίας ἐπισείοντα ὅστις ἐκυμάτει, καὶ ἀπεδείκνυεν ὅτι τὸ πλοῖον ἦτο πολεμικόν.
    • Ἀ π ό π λ ο υ ς […] Τὴν 22 ἡ Ἑλληνικὴ λέμβος, Τ ε ρ ψ ι θ έ α, εἰς Ὕδραν. — Ἡ Ἑλληνικὴ γολέττα Ἄ ρ γ ο ς, εἰς Πόρον καὶ Σαλαμῖνα.

Ετυμολογία

γολέττα < γραφή του γολέτα με δύο ⟨ττ⟩ κατά τη γαλλική goélette. Δείτε την ετυμολογία στo γολέτα.

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγολέτταγολέττες
Γενικήγολέτταςγολεττών
Αιτιατικήγολέτταγολέττες
Κλητικήγολέτταγολέττες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →