γομάρι
•
- φορτίο που μεταφέρεται από ζώο Βικιλεξικό
- μέτρο σταθερού τέτοιου φορτίου
- κατ’ επέκτασηγάιδαρος, φορτηγό ζώο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γομάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γομάρι(ν) < ελληνιστική κοινή γομάριον < αρχαία ελληνική γόμος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γομάρι | γομάρια |
| Γενική | γομαριού | γομαριών |
| Αιτιατική | γομάρι | γομάρια |
| Κλητική | γομάρι | γομάρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →