Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γομάρι

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φορτίο που μεταφέρεται από ζώο Βικιλεξικό
    • μέτρο σταθερού τέτοιου φορτίου
  2. κατ’ επέκτασηγάιδαρος, φορτηγό ζώο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γομάρι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γομάρι(ν) < ελληνιστική κοινή γομάριον < αρχαία ελληνική γόμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγομάριγομάρια
Γενικήγομαριούγομαριών
Αιτιατικήγομάριγομάρια
Κλητικήγομάριγομάρια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →