γομαράκι
•
- για κάποιον (πιθανόν και άξεστο) μεγαλόσωμο άνδρα, αλλά όχι αρκετά μεγαλόσωμο ώστε να χαρακτηριστεί γομάρι, Βικιλεξικό
- αγενέςγια παιδί με σωματότυπο εντυπωσιακό ως προς τις διαστάσεις για την ηλικία του, Βικιλεξικό
- μεγαλόσωμο παιδί που έχει άξεστη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- άξεστο παιδί με κακή συμπεριφορά ανεξαρτήτως σωματότυπου και διαστάσεων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γομαράκι < γομάρ(ι) + υποκοριστικό επίθημα -άκι
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γομαράκι | γομαράκια |
| Γενική | — | — |
| Αιτιατική | γομαράκι | γομαράκια |
| Κλητική | γομαράκι | γομαράκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →