γονάδες
•
- βιολογίαοι εξειδικευμένοι αδένες του αναπαραγωγικού συστήματος που παράγουν γαμέτες και εκκρίνουν ορμόνες που ρυθμίζουν τη σεξουαλική ωρίμανση και τη γονιμότητα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γονάδες < ελληνιστική κοινή γονάδες, πληθυντικός τού γονάς < αρχαία ελληνική γίγνομαι (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική gonade ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική gonad)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γονάδες | γονάδες |
| Γενική | — | γονάδων |
| Αιτιατική | — | γονάδες |
| Κλητική | — | γονάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →