Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γονιδιωματικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ιατρικήπου έχει σχέση με το γονιδίωμα ή τη γονιδιωματική ή αναφέρεται σ' αυτά Βικιλεξικό
    • Και παρά το γεγονός ότι καταγράφεται μια συντηρητικότητα ως προς τον αριθμό των ειδικών πρωτεϊνών που υπάρχουν στα σπονδυλωτά, όπως αντιπροσωπεύονται από τον άνθρωπο για τον οποίο διαθέτουμε γονιδιωματικά δεδομένα, φαίνεται ωστόσο να υπάρχουν σημαντικές καινοτομίες ως προς τη δημιουργία νέων πρωτεϊνών των σπονδυλωτών. (*)

Ετυμολογία

γονιδιωματικός < γονιδίωμα + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγονιδιωματικόςγονιδιωματικήγονιδιωματικό
Γενικήγονιδιωματικούγονιδιωματικήςγονιδιωματικού
Αιτιατικήγονιδιωματικόγονιδιωματικήγονιδιωματικό
Κλητικήγονιδιωματικέγονιδιωματικήγονιδιωματικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγονιδιωματικοίγονιδιωματικέςγονιδιωματικά
Γενικήγονιδιωματικώνγονιδιωματικώνγονιδιωματικών
Αιτιατικήγονιδιωματικούςγονιδιωματικέςγονιδιωματικά
Κλητικήγονιδιωματικοίγονιδιωματικέςγονιδιωματικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →