Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γονιμοποιούμαι

ρήμα
•
  1. γίνομαι γόνιμος, γίνομαι αντικείμενο γονιμοποίησης κυριολεκτικά ή και μεταφορικά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γονιμοποιούμαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος γονιμοποιώ

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγονιμοποιούμαιγονιμοποιείσαιγονιμοποιείταιγονιμοποιούμαστεγονιμοποιείστεγονιμοποιούνται
Παρατατικόςγονιμοποιούμουνγονιμοποιούσουνγονιμοποιούντανγονιμοποιούμασταν / γονιμοποιούμαστεγονιμοποιούσασταν / γονιμοποιούσαστεγονιμοποιούνταν
Αόριστοςγονιμοποιήθηκαγονιμοποιήθηκεςγονιμοποιήθηκεγονιμοποιηθήκαμεγονιμοποιηθήκατεγονιμοποιήθηκαν / γονιμοποιηθήκαν / γονιμοποιηθήκανε
Μέλλονταςθα γονιμοποιηθώ / θα γονιμοποιούμαιθα γονιμοποιείσαι / θα γονιμοποιηθείςθα γονιμοποιείται / θα γονιμοποιηθείθα γονιμοποιηθούμε / θα γονιμοποιούμαστεθα γονιμοποιείστε / θα γονιμοποιηθείτεθα γονιμοποιηθούν / θα γονιμοποιηθούνε / θα γονιμοποιούνται
Παρακείμενοςέχω γονιμοποιηθείέχεις γονιμοποιηθείέχει γονιμοποιηθείέχουμε γονιμοποιηθείέχετε γονιμοποιηθείέχουν γονιμοποιηθεί
Υπερσυντέλικοςείχα γονιμοποιηθείείχες γονιμοποιηθείείχε γονιμοποιηθείείχαμε γονιμοποιηθείείχατε γονιμοποιηθείείχαν γονιμοποιηθεί
Υποτακτικήνα έχω γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθώ / να γονιμοποιούμαινα έχεις γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείσαι / να γονιμοποιηθείςνα έχει γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείται / να γονιμοποιηθείνα έχουμε γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθούμε / να γονιμοποιούμαστενα έχετε γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείστε / να γονιμοποιηθείτενα έχουν γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθούν / να γονιμοποιηθούνε / να γονιμοποιούνται
Προστακτική—γονιμοποιήσου——γονιμοποιείστε / γονιμοποιηθείτε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →