γονιμοποιούμαι
•
- γίνομαι γόνιμος, γίνομαι αντικείμενο γονιμοποίησης κυριολεκτικά ή και μεταφορικά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γονιμοποιούμαι < μέση-παθητική φωνή του ρήματος γονιμοποιώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γονιμοποιούμαι | γονιμοποιείσαι | γονιμοποιείται | γονιμοποιούμαστε | γονιμοποιείστε | γονιμοποιούνται |
| Παρατατικός | γονιμοποιούμουν | γονιμοποιούσουν | γονιμοποιούνταν | γονιμοποιούμασταν / γονιμοποιούμαστε | γονιμοποιούσασταν / γονιμοποιούσαστε | γονιμοποιούνταν |
| Αόριστος | γονιμοποιήθηκα | γονιμοποιήθηκες | γονιμοποιήθηκε | γονιμοποιηθήκαμε | γονιμοποιηθήκατε | γονιμοποιήθηκαν / γονιμοποιηθήκαν / γονιμοποιηθήκανε |
| Μέλλοντας | θα γονιμοποιηθώ / θα γονιμοποιούμαι | θα γονιμοποιείσαι / θα γονιμοποιηθείς | θα γονιμοποιείται / θα γονιμοποιηθεί | θα γονιμοποιηθούμε / θα γονιμοποιούμαστε | θα γονιμοποιείστε / θα γονιμοποιηθείτε | θα γονιμοποιηθούν / θα γονιμοποιηθούνε / θα γονιμοποιούνται |
| Παρακείμενος | έχω γονιμοποιηθεί | έχεις γονιμοποιηθεί | έχει γονιμοποιηθεί | έχουμε γονιμοποιηθεί | έχετε γονιμοποιηθεί | έχουν γονιμοποιηθεί |
| Υπερσυντέλικος | είχα γονιμοποιηθεί | είχες γονιμοποιηθεί | είχε γονιμοποιηθεί | είχαμε γονιμοποιηθεί | είχατε γονιμοποιηθεί | είχαν γονιμοποιηθεί |
| Υποτακτική | να έχω γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθώ / να γονιμοποιούμαι | να έχεις γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείσαι / να γονιμοποιηθείς | να έχει γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείται / να γονιμοποιηθεί | να έχουμε γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθούμε / να γονιμοποιούμαστε | να έχετε γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιείστε / να γονιμοποιηθείτε | να έχουν γονιμοποιηθεί / να γονιμοποιηθούν / να γονιμοποιηθούνε / να γονιμοποιούνται |
| Προστακτική | — | γονιμοποιήσου | — | — | γονιμοποιείστε / γονιμοποιηθείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →