γονιμοποιώ
•
- (για οργανισμούς κυρίως άνδρα ή αρσενικό ζώο) συμβάλλω έτσι, ώστε να γεννηθεί ή να παραχθεί ένας νέος οργανισμός (άνθρωπος, ζώο, φυτό) με τη διαδικασία της αναπαραγωγής Βικιλεξικό
- η γύρη που μεταφέρεται γονιμοποιεί τα φυτά
- μεταφορικάεπηρεάζω κάτι δημιουργικά, συμβάλλοντας στην παραγωγή νέων και καινοτόμων στοιχείων (κυρίως στην τέχνη, τη διανόηση κ.λπ.) Βικιλεξικό
- ο σκεπτικισμός του Hume γονιμοποίησε την κριτική σκέψη του Kant
Ετυμολογία
γονιμοποιώ μαρτυρείται από το 1845 στην καθαρεύουσα (γονιμοποιέω/γονιμοποιῶ)< γονιμο- (< γόνιμος) + -ποιώ < απόδοση για τη γαλλική féconder
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γονιμοποιώ | γονιμοποιείς | γονιμοποιεί | γονιμοποιούμε | γονιμοποιείτε | γονιμοποιούν / γονιμοποιούνε |
| Παρατατικός | γονιμοποιούσα | γονιμοποιούσες | γονιμοποιούσε | γονιμοποιούσαμε | γονιμοποιούσατε | γονιμοποιούσαν / γονιμοποιούσανε |
| Αόριστος | γονιμοποίησα | γονιμοποίησες | γονιμοποίησε | γονιμοποιήσαμε | γονιμοποιήσατε | γονιμοποίησαν / γονιμοποιήσαν / γονιμοποιήσανε |
| Μέλλοντας | θα γονιμοποιήσω / θα γονιμοποιώ | θα γονιμοποιήσεις / θα γονιμοποιείς | θα γονιμοποιήσει / θα γονιμοποιεί | θα γονιμοποιήσουμε / θα γονιμοποιούμε | θα γονιμοποιήσετε / θα γονιμοποιείτε | θα γονιμοποιήσουν / θα γονιμοποιήσουνε / θα γονιμοποιούν / θα γονιμοποιούνε |
| Παρακείμενος | έχω γονιμοποιήσει | έχεις γονιμοποιήσει | έχει γονιμοποιήσει | έχουμε γονιμοποιήσει | έχετε γονιμοποιήσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γονιμοποιήσει | είχες γονιμοποιήσει | είχε γονιμοποιήσει | είχαμε γονιμοποιήσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γονιμοποιήσει / να γονιμοποιήσω / να γονιμοποιώ | να έχεις γονιμοποιήσει / να γονιμοποιήσεις / να γονιμοποιείς | να έχει γονιμοποιήσει / να γονιμοποιήσει / να γονιμοποιεί | να έχουμε γονιμοποιήσει / να γονιμοποιήσουμε / να γονιμοποιούμε | να έχετε γονιμοποιήσει / να γονιμοποιήσετε / να γονιμοποιείτε | να γονιμοποιήσουν / να γονιμοποιήσουνε / να γονιμοποιούν / να γονιμοποιούνε |
| Προστακτική | — | γονιμοποίει / γονιμοποίησε | — | — | γονιμοποιήστε / γονιμοποιείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →