γονοτυπικός
•
- που ανήκει ή αναφέρεται στον γονότυπο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γονοτυπικός < γονότυπος + -ικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γονοτυπικός | γονοτυπική | γονοτυπικό |
| Γενική | γονοτυπικού | γονοτυπικής | γονοτυπικού |
| Αιτιατική | γονοτυπικό | γονοτυπική | γονοτυπικό |
| Κλητική | γονοτυπικέ | γονοτυπική | γονοτυπικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γονοτυπικοί | γονοτυπικές | γονοτυπικά |
| Γενική | γονοτυπικών | γονοτυπικών | γονοτυπικών |
| Αιτιατική | γονοτυπικούς | γονοτυπικές | γονοτυπικά |
| Κλητική | γονοτυπικοί | γονοτυπικές | γονοτυπικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →