Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γοργοκύλιστος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που γοργοκυλά Βικιλεξικό
    • Κι είναι τα πάντα χλαλοή σαν τη φωνή που κάνει / Ποτάμι γοργοκύλιστο, παφλάζοντας απάνω / Σε βράχους γλυφτούς, αφρόχυτο στο ολόδροσό του δρόμο (Ανδρέας Εμπειρίκος. Βλ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, Ένα «Παράδοξο» ποίημα, www.tovima.gr, 24.11.2008)

Ετυμολογία

γοργοκύλιστος < γοργοκυλώ + -ιστος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγοργοκύλιστοςγοργοκύλιστηγοργοκύλιστο
Γενικήγοργοκύλιστουγοργοκύλιστηςγοργοκύλιστου
Αιτιατικήγοργοκύλιστογοργοκύλιστηγοργοκύλιστο
Κλητικήγοργοκύλιστεγοργοκύλιστηγοργοκύλιστο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγοργοκύλιστοιγοργοκύλιστεςγοργοκύλιστα
Γενικήγοργοκύλιστωνγοργοκύλιστωνγοργοκύλιστων
Αιτιατικήγοργοκύλιστουςγοργοκύλιστεςγοργοκύλιστα
Κλητικήγοργοκύλιστοιγοργοκύλιστεςγοργοκύλιστα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →