γοργόνα
•
- λαογραφίαμυθικό πλάσμα της θάλασσας, το οποίο έχει μορφή γυναίκας (με κορμό, χέρια και κεφάλι, από τη μέση και πάνω) και ψαριού (με λέπια και ουρά, από τη μέση και κάτω) Βικιλεξικό
- Αλλ' αν αφ' ενός μηδεμίαν προς τους περί Γοργόνων μύθους φαίνονται έχουσαι σχέσιν αι παραδόσεις του καθ' ημάς λαού, αφ' ετέρου όμως διετήρησαν πλείστους χαρακτήρας των αρχαίων περί Σειρήνων. (Πολίτης, Νικόλαος Ο περί των Γοργόνων μύθος, 1878, σελ. 4)
- συνεκδοχικάακρόπρωρο ιστιοφόρου με την παραπάνω μορφή, που θεωρούνταν ότι προστάτευε το πλοίο από τις συμφορές Βικιλεξικό
- αργκόηθική όμορφη κοπέλα χωρίς δεσμό, ή νεαρή κυρία Βικιλεξικό
- γοργόνα μου εσύ! (πειρακτικό)
- γοργόνες και μάγκες (τίτλος ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας)
Ετυμολογία
γοργόνα < αρχαία ελληνική Γοργώ (: τέρας της ελληνικής μυθολογίας)• Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γοργόνα | γοργόνες |
| Γενική | γοργόνας | — |
| Αιτιατική | γοργόνα | γοργόνες |
| Κλητική | γοργόνα | γοργόνες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →