Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γοτθικός

/ɣot.θiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με τους Γότθους Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοπου αναφέρεται σε ρυθμούς και χαρακτηριστικά της τέχνης των τελευταίων αιώνων του Μεσαίωνα Βικιλεξικό
    • η Παναγία των Παρισίων είναι ναός γοτθικού ρυθμού
    • Στον αντίποδα του αεικίνητου Βερολίνου, η παλιά πρωτεύουσα της Γερμανίας, η Βόννη, μάλλον «ξεκουράζεται». Απαλλαγμένη πια από τη φασαρία του διοικητικού κέντρου -παρά το γεγονός πως κάποια υπουργεία παραμένουν εκεί- η πόλη του Μπετόβεν προσφέρεται για χαλαρούς περιπάτους στο πλακόστρωτο κέντρο με τους γοτθικούς ναούς και τις ευρύχωρες πλατείες.

Ετυμολογία

γοτθικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Γοτθικός < Γότθ(οι) + -ικός, (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική gothique < υστερολατινική Gothicus < Gothi (Γότθοι)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγοτθικόςγοτθικήγοτθικό
Γενικήγοτθικούγοτθικήςγοτθικού
Αιτιατικήγοτθικόγοτθικήγοτθικό
Κλητικήγοτθικέγοτθικήγοτθικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγοτθικοίγοτθικέςγοτθικά
Γενικήγοτθικώνγοτθικώνγοτθικών
Αιτιατικήγοτθικούςγοτθικέςγοτθικά
Κλητικήγοτθικοίγοτθικέςγοτθικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →