γουλιά
•
- η κατάποση μικρής ποσότητας υγρού Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουλιά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική γουλιά < γούλ(α) + -ιά < λατινική gula (λαιμός)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουλιά | γουλιές |
| Γενική | γουλιάς | γουλιών |
| Αιτιατική | γουλιά | γουλιές |
| Κλητική | γουλιά | γουλιές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →