γουνοποιός
•
- επάγγελμαπου κατασκευάζει, επιδιορθώνει ή μεταποιεί γούνινα ενδύματα ή είδη Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουνοποιός < γούν(α) + -ο- + -ποιός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουνοποιός | γουνοποιοί |
| Γενική | γουνοποιού | γουνοποιών |
| Αιτιατική | γουνοποιό | γουνοποιούς |
| Κλητική | γουνοποιέ | γουνοποιοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →