γουρλίδικος
•
- που φέρνει τύχη, που φέρνει γούρι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουρλίδικος < γουρλ(ής) + -ίδικος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γουρλίδικος | γουρλίδικη | γουρλίδικο |
| Γενική | γουρλίδικου | γουρλίδικης | γουρλίδικου |
| Αιτιατική | γουρλίδικο | γουρλίδικη | γουρλίδικο |
| Κλητική | γουρλίδικε | γουρλίδικη | γουρλίδικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | γουρλίδικοι | γουρλίδικες | γουρλίδικα |
| Γενική | γουρλίδικων | γουρλίδικων | γουρλίδικων |
| Αιτιατική | γουρλίδικους | γουρλίδικες | γουρλίδικα |
| Κλητική | γουρλίδικοι | γουρλίδικες | γουρλίδικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →