Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γουρλίδικος

/ɣuɾˈli.ði.kos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που φέρνει τύχη, που φέρνει γούρι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γουρλίδικος < γουρλ(ής) + -ίδικος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγουρλίδικοςγουρλίδικηγουρλίδικο
Γενικήγουρλίδικουγουρλίδικηςγουρλίδικου
Αιτιατικήγουρλίδικογουρλίδικηγουρλίδικο
Κλητικήγουρλίδικεγουρλίδικηγουρλίδικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγουρλίδικοιγουρλίδικεςγουρλίδικα
Γενικήγουρλίδικωνγουρλίδικωνγουρλίδικων
Αιτιατικήγουρλίδικουςγουρλίδικεςγουρλίδικα
Κλητικήγουρλίδικοιγουρλίδικεςγουρλίδικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →