γουρλώνω
•
- έχω υπερβολικά ανοικτά τα μάτια μου (επειδή εξεπλάγην ή φοβήθηκα ή...) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουρλώνω < μεσαιωνική ελληνική γρυλώνω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γουρλώνω | γουρλώνεις | γουρλώνει | γουρλώνουμε | γουρλώνετε | γουρλώνουν / γουρλώνουνε |
| Παρατατικός | γούρλωνα | γούρλωνες | γούρλωνε | γουρλώναμε | γουρλώνατε | γουρλώναν / γουρλώνανε / γούρλωναν |
| Αόριστος | γούρλωσα | γούρλωσες | γούρλωσε | γουρλώσαμε | γουρλώσατε | γουρλώσαν / γουρλώσανε / γούρλωσαν |
| Μέλλοντας | θα γουρλώνω / θα γουρλώσω | θα γουρλώνεις / θα γουρλώσεις | θα γουρλώνει / θα γουρλώσει | θα γουρλώνουμε / θα γουρλώσουμε | θα γουρλώνετε / θα γουρλώσετε | θα γουρλώνουν / θα γουρλώνουνε / θα γουρλώσουν / θα γουρλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γουρλώσει | έχεις γουρλώσει | έχει γουρλώσει | έχουμε γουρλώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γουρλώσει | είχες γουρλώσει | είχε γουρλώσει | είχαμε γουρλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γουρλώσει / να γουρλώνω / να γουρλώσω | να έχεις γουρλώσει / να γουρλώνεις / να γουρλώσεις | να έχει γουρλώσει / να γουρλώνει / να γουρλώσει | να έχουμε γουρλώσει / να γουρλώνουμε / να γουρλώσουμε | να γουρλώνετε / να γουρλώσετε | να γουρλώνουν / να γουρλώνουνε / να γουρλώσουν / να γουρλώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε γουρλωμένο / γούρλωνε / γούρλωσε | — | — | γουρλώνετε / γουρλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →