γουρουνάς
•
- επάγγελμαο χοιροβοσκός· αυτός που εκτρέφει ή εμπορεύεται γουρούνια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουρουνάς < γουρούν(ι) + -άς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουρουνάς | γουρουνάδες |
| Γενική | γουρουνά | γουρουνάδων |
| Αιτιατική | γουρουνά | γουρουνάδες |
| Κλητική | γουρουνά | γουρουνάδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →