Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γουρουνομούρης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει μούρη που μοιάζει με αυτή του γουρουνιού Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γουρουνομούρης < γουρούνι + -μούρης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγουρουνομούρηςγουρουνομούραγουρουνομούρικο
Γενικήγουρουνομούρηγουρουνομούραςγουρουνομούρικου
Αιτιατικήγουρουνομούρηγουρουνομούραγουρουνομούρικο
Κλητικήγουρουνομούρηγουρουνομούραγουρουνομούρικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήγουρουνομούρηδεςγουρουνομούρεςγουρουνομούρικα
Γενικήγουρουνομούρηδων—γουρουνομούρικων
Αιτιατικήγουρουνομούρηδεςγουρουνομούρεςγουρουνομούρικα
Κλητικήγουρουνομούρηδεςγουρουνομούρεςγουρουνομούρικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →