Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γουστερίτσα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η τοιχόσαυρα (Podarcis muralis) που συναντιέται σε όλη την Ευρώπη Βικιλεξικό
  2. γενικότεραμικρή σαύρα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γουστερίτσα < σλαβική gusteritsa (βλέπε και σερβικό гу̏штер (gȕšter)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήγουστερίτσαγουστερίτσες
Γενικήγουστερίτσας—
Αιτιατικήγουστερίτσαγουστερίτσες
Κλητικήγουστερίτσαγουστερίτσες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →