γουστερίτσα
•
- η τοιχόσαυρα (Podarcis muralis) που συναντιέται σε όλη την Ευρώπη Βικιλεξικό
- γενικότεραμικρή σαύρα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γουστερίτσα < σλαβική gusteritsa (βλέπε και σερβικό гу̏штер (gȕšter)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | γουστερίτσα | γουστερίτσες |
| Γενική | γουστερίτσας | — |
| Αιτιατική | γουστερίτσα | γουστερίτσες |
| Κλητική | γουστερίτσα | γουστερίτσες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →